γλωσσόκομος

γλωσσό-κομος, ,
A sarcophagus, BSA17.235 ([place name] Pamphylia).
II surgical instrument, used for reducing fractures and dislocations, Heliod. ap. Orib.49.20.
b box-splint, Gal.10.442, UP7.14.
III pudenda muliebria, Eub.142.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλωσσόκομος — γλωσσόκομος, ο (Μ) το γλωσσόκομον, κιβώτιο για φύλαξη χρημάτων και τιμαλφών. [ΕΤΥΜΟΛ. < γλώσσα + κομος < κομώ «φροντίζω για κάτι, περιποιούμαι»] …   Dictionary of Greek

  • γλωσσόκομος — sarcophagus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσοκόμους — γλωσσόκομος sarcophagus masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …   Dictionary of Greek

  • γλωσσοκόμοις — γλωσσόκομον case to keep the reeds neut dat pl γλωσσόκομος sarcophagus masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσοκόμου — γλωσσόκομον case to keep the reeds neut gen sg γλωσσόκομος sarcophagus masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσοκόμωι — γλωσσοκόμῳ , γλωσσόκομον case to keep the reeds neut dat sg γλωσσοκόμῳ , γλωσσόκομος sarcophagus masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσοκόμων — γλωσσόκομον case to keep the reeds neut gen pl γλωσσόκομος sarcophagus masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσοκόμῳ — γλωσσόκομον case to keep the reeds neut dat sg γλωσσόκομος sarcophagus masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσόκομον — case to keep the reeds neut nom/voc/acc sg γλωσσόκομος sarcophagus masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωττοκόμου — γλωσσοκόμου , γλωσσόκομον case to keep the reeds neut gen sg γλωσσοκόμου , γλωσσόκομος sarcophagus masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.